Το χθες γίνεται σήμερα και το σήμερα βλέπει το μέλλον, μέσα από την τρισδιάστατη απεικόνιση της Εγκλείστρας του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο και την ψηφιοποίηση αντικειμένων από το μουσείο, το αρχείο και τη βιβλιοθήκη της μονής μέσω του ευρωπαϊκού προγράμματος EUreka3D-XR (2025-2026), το οποίο περιλαμβάνει ακόμη δύο πιλοτικές εφαρμογές σε Ισπανία και Γαλλία με τέσσερις επιστήμονες του αντικειμένου να έχουν εμπλοκή ως προς τη μελέτη και ολοκλήρωση του όλου εγχειρήματος.
Οι τέσσερις επιστήμονες είναι οι Μαρίνος Ιωαννίδης, Ακαδημαϊκός στον τομέα της ψηφιακής πολιτιστικής κληρονομιάς, καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Ψηφιακής Πολιτιστικής Κληρονομιάς και επικεφαλής της Έδρας UNESCO για την Ψηφιακή Πολιτιστική Κληρονομιά στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Nadia Magnenat – Thalmann: Ακαδημαϊκός, διεθνώς αναγνωρισμένη επιστήμονας πληροφορικής, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, ιδρύτρια και διευθύντρια του ερευνητικού εργαστηρίου MIRALab στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, Antonella Fresa, Ειδικός στις Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας (ICT), Γενική Διευθύντρια της Promoter S.r.l. και Αντιπρόεδρος του Photoconsortium της Ιταλίας και Μαρία Παφίτη, ιστορικός βυζαντινής τέχνης με επαγγελματική δραστηριότητα στην τεκμηρίωση, μελέτη και καθοριστική συμβολή στον επαναπατρισμό λεηλατημένων βυζαντινών έργων τέχνης από την Κύπρο.
Σε δηλώσεις οι επιστήμονες αναφέρονται στο έργο, τη γέννηση της ιδέας, την εξέλιξη και τη σημασία του.
Για το πώς γεννήθηκε η ιδέα για το όλο εγχείρημα ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι “η ιδέα για το έργο γεννήθηκε μέσα από ένα προηγούμενο ευρωπαϊκό πρόγραμμα του δικτύου Marie S. Curie (www.ITN-DCH.net – 2014), στο πλαίσιο του οποίου είχαμε την υποχρέωση να ψηφιοποιήσουμε υλικό σημαντικής πολιτιστικής και ιστορικής αξίας για την Κύπρο”.
Πρόσθεσε ότι “τότε ήταν που προσεγγίσαμε το μοναστήρι του Αγίου Νεοφύτου και έτσι ξεκίνησε η πρώτη μας συνεργασία, κατά την οποία ψηφιοποιήσαμε αντικείμενα από το μουσείο, το αρχείο και τη βιβλιοθήκη ενώ παράλληλα, για πρώτη φορά είχε ενταχθεί και η τρισδιάστατη ψηφιοποίηση της Εγκλείστρας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για την μετέπειτα εξέλιξη της δουλειάς μας”.
Οπως εξήγησε ο κ. Ιωαννίδης, “το έργο μας περιλαμβάνει τρεις πιλοτικές εφαρμογές με την πρώτη να υλοποιείται στην Κύπρο και αφορά την Εγκλείστρα του Αγίου Νεοφύτου, τη δεύτερη να σχετίζεται με τα τείχη της πόλης Girona στην Ισπανία, όπου, μέσω ψηφιακής αναπαράστασης, αναδεικνύονται τα στάδια της κατασκευής τους από τη ρωμαϊκή εποχή, τη μεσαιωνική, έως και την πιο πρόσφατη και η τρίτη περίπτωση να αφορά την περιοχή του Bibracte στη Γαλλία, έναν αρχαιολογικό χώρο που σήμερα δεν είναι ορατός ως μνημείο στο τοπίο”.
Ανέφερε ότι “τα τρία αυτά πιλοτικά έργα ξεκίνησαν πριν από περίπου 15 μήνες και έχουν πλέον υλοποιηθεί, ενώ τα αποτελέσματα που αφορούν την Εγκλείστρα του Αγίου Νεοφύτου θα παρουσιαστούν επί τόπου στις 24 Μαΐου 2024, ενώ στις 26 Μαΐου 2026 θα παρουσιαστούν και τα τρία έργα στην εναρκτήρια τελετή της υψηλού επίπεδου διάσκεψης για την Ψηφιακή Πολιτιστική Κληρονομιά στο ΤΕΠΑΚ, στη Λεμεσό”.
Ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι “σήμερα υλοποιούμε ένα έργο το οποίο, για τα κυπριακά δεδομένα, είναι μοναδικό, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο συγκαταλέγεται στα πιο πρωτοποριακά έργα του συγκεκριμένου τομέα».
Η Antonella Fresa σημείωσε στις δηλώσεις της ότι “μόλις το τρισδιάστατο μοντέλο δημιουργηθεί επιτυχώς, τεκμηριωθεί κατάλληλα και αποθηκευτεί με ασφάλεια, καθίσταται διαθέσιμο για διάφορες μορφές επαναχρησιμοποίησης, ιδιαίτερα για καινοτόμες μορφές αφήγησης και εμβυθιστικές εμπειρίες χρήστη».
Οπως είπε η κ. Fresa, “αυτό αποτελεί το σημείο εκκίνησης του έργου EUreka3D-XR, το οποίο ανέπτυξε πέντε εργαλεία ανοιχτής πρόσβασης, αφιερωμένα σε επαγγελματίες του πολιτισμού, για την επαναχρησιμοποίηση τρισδιάστατων και δισδιάστατων συλλογών σε εμπειρίες XR, όπως αυτή που έχει δημιουργηθεί στην Κύπρο, όπου στην πραγματικότητα «ξαναζούμε» τη μονή του Αγίου Νεοφύτου και την υλική και άυλη κληρονομιά της στον εικονικό κόσμο”.
Σε ερώτηση για το ποια βήματα ακολουθήθηκαν και πότε άρχισε και ολοκληρώθηκε το project o κ. Ιωαννίδης είπε ότι το έργο έχει διάρκεια 18 μηνών και συγκεκριμένα ξεκίνησε την 1η Φεβρουαρίου 2025 και ολοκληρώνεται στις 31 Ιουλίου 2026″. Πρόσθεσε ότι “πρόκειται για ένα έργο συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη χρηματοδότηση να μην είναι πλήρης, αλλά να καλύπτεται από κοινού από ευρωπαϊκούς και κρατικούς πόρους”.
Η υλοποίηση των τριών πιλοτικών εφαρμογών, στην Κύπρο, Γαλλία και Ισπανία, ξεκίνησε περίπου δύο μήνες μετά την έναρξη του έργου.
Όσον αφορά τα βασικά βήματα υλοποίησης, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι αυτά ξεκίνησαν με την τρισδιάστατη ψηφιοποίηση των επιλεγμένων πολιτιστικών αντικειμένων και χώρων, ωστόσο η διαδικασία αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στη γεωμετρική αποτύπωση, αλλά στόχευσε στην παραγωγή υψηλής ακρίβειας αυθεντικών ψηφιακών αναπαραστάσεων.
Συνοπτικά εξήγησε ότι “συνολικά, η διαδικασία περιλαμβάνει την ψηφιοποίηση, την τεκμηρίωση, τη μοντελοποίηση και την τελική παρουσίαση, με στόχο την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς με τρόπο σύγχρονο, διαδραστικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο, ενώ τα παραγόμενα δεδομένα διατίθενται στη συνέχεια στο Miralab, προκειμένου να τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας και αξιοποίησης”.
Η Antonella Fresa, απαντώντας είπε ότι “κατά τη διάρκεια αυτών των 18 μηνών, τα εργαλεία XR και οι επιδεικτικές εμπειρίες XR στη Χιρόνα, στο Bibracte και στην Πάφο έχουν σχεδιαστεί, αναπτυχθεί, αξιολογηθεί επαναληπτικά και βελτιωθεί, καθώς και αξιολογηθεί από κοινότητες ενδιαφερομένων».
Σημείωσε ότι “η εξαιρετική παρουσίαση των αποτελεσμάτων του έργου, στο πλαίσιο της υψηλού επιπέδου συνόδου Digital Heritage Summit 2026, υπό την αιγίδα της Κυπριακής Προεδρίας της ΕΕ, αποτελεί την κορυφαία στιγμή του έργου, το οποίο θα παρουσιαστεί τελικά σε όλους τους επαγγελματίες της πολιτιστικής κληρονομιάς, επιμελητές, ερευνητές και εκπαιδευτικούς”.
Οι επιστήμονες κλήθηκαν να περιγράψουν το έργο που έγινε στη Μονή Αγίου Νεοφύτου και το τι να αναμένει ο επισκέπτης.
Ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι “το σενάριο του έργου βασίζεται στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου τρισδιάστατου ψηφιακού χώρου, ο οποίος αναπαριστά την Εγκλείστρα, τη σπηλιά όπου έζησε ο Άγιος και συγκεκριμένα ο χώρος αυτός αποδίδεται με υψηλή ακρίβεια,1:1, ώστε να ανταποκρίνεται πλήρως στη φυσική, αναλογική του μορφή».
Παράλληλα, συνέχισε, “με βάση το καταγεγραμμένο ιστορικό υλικό για τη ζωή του Αγίου, και σε συνεργασία με το μοναστήρι καθώς και με τη συμβολή ειδικών — ιστορικών, αρχαιολόγων και άλλων επιστημόνων — αναπτύχθηκε ένα σενάριο, το οποίο συνδυάζει την ιστορική τεκμηρίωση με τη ψηφιακή αφήγηση».
Ο Μαρίνος Ιωαννίδης σημείωσε ότι “η βασική ιδέα είναι η μετάβαση από τον πραγματικό, φυσικό χώρο στον ψηφιακό κάτι που έχει ως αποτέλεσμα ο επισκέπτης να έχει τη δυνατότητα να βιώσει ταυτόχρονα την εμπειρία της επίσκεψης στο φυσικό περιβάλλον, δηλαδή τη σπηλιά, όσο και στο ψηφιακό, τρισδιάστατο αντίγραφό της».
Ανέφερε ότι “στον ψηφιακό χώρο, σε αντίθεση με τον φυσικό, ο επισκέπτης συναντά τον Άγιο Νεόφυτο σε εικονική τρισδιάστατη μορφή μια αναπαράσταση που βασίζεται σε ιστορικά τεκμηριωμένο εικαστικό υλικό και συγκεκριμένα σε πορτρέτο που φιλοτεχνήθηκε το 1183 από τον Θεόδωρο Αψευδή, ο οποίος είχε πρόσβαση στον Άγιο”.
Ο κ. Ιωαννίδης εξήγησε ότι μέσα από αυτή την αναπαράσταση, ο Άγιος Νεόφυτος «ζωντανεύει» στον ψηφιακό χώρο και αλληλεπιδρά με τον επισκέπτη κι έτσι παρουσιάζεται ένα αφηγηματικό περιβάλλον στο οποίο ξεδιπλώνεται η ζωή, το έργο και το πνευματικό του αποτύπωμα, όπως έχει καταγραφεί από ερευνητές και έχει επιβεβαιωθεί από το μοναστήρι και τους συνεργάτες του έργου”.
Πρόσθεσε ότι “όλο το περιεχόμενο – κείμενα, αφηγήσεις και μαρτυρίες – βασίζεται σε τεκμηριωμένες πηγές και σε υλικό, που έχει συλλεχθεί και καταγραφεί από την ερευνητική ομάδα, ενώ ο στόχος του σεναρίου είναι η μετάβαση από την απλή θέαση ενός μνημείου στην εμπειρία μιας ζωντανής αφήγησης που έχει ως αποτέλεσμα, μέσα από αυτό το περιβάλλον, ο επισκέπτης να μην παρατηρεί απλώς, αλλά να βιώνει την ιστορία”.
Στο ίδιο ερώτημα η Nadia Magnenat-Thalmann τοποθετήθηκε λέγοντας ότι “οι επισκέπτες μπορούν να εξερευνήσουν την Εγκλείστρα του Αγίου Νεοφύτου με έναν εντελώς νέο τρόπο ενώ παράλληλα με τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες, φορούν ειδικά γυαλιά για την 3Δ απεικόνιση του περιβάλλοντος που ζωντανεύουν το παρελθόν: ο μοναχός Άγιος Νεόφυτος φαίνεται να βγαίνει από τον τοίχο μπροστά τους, σε πλήρη τρισδιάστατη μορφή, αφηγείται την ιστορία του, για παράδειγμα από πού προήλθε, πώς έζησε και τι τον ενέπνευσε”.
Πρόσθεσε ότι “καθώς οι επισκέπτες κινούνται στον χώρο, μπορούν επίσης να αλληλοεπιδρούν μαζί του, επιλέγοντας απλές ερωτήσεις απευθείας μέσα από τα γυαλιά, δημιουργώντας έτσι μια προσωπική και βιωματική εμπειρία”.
Εξήγησε ότι “αυτή η καθηλωτική εμπειρία καθίσταται δυνατή μέσω τεχνολογίας επαυξημένης πραγματικότητας, η οποία αναπτύχθηκε από το MIRALab και το Πανεπιστήμιο της Γενεύης, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου Eureka3D-XR.
Αναφορικά με τις τεχνικές διαδικασίες και απαιτήσεις του εγχειρήματος ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι “αρχικά, το έργο ξεκίνησε με την τρισδιάστατη ψηφιοποίηση της Εγκλείστρας, διαδικασίας που ήταν απαραίτητη, καθώς χρειαζόμασταν ένα πλήρες τρισδιάστατο ψηφιακό απόθεμα του χώρου”.
Η αποτύπωση έγινε με υψηλή ακρίβεια, σημείο προς σημείο, ώστε να καταλήξουμε σε ένα αυθεντικό και απόλυτα πιστό ψηφιακό αντίγραφο του πραγματικού χώρου.
Οπως ανέφερε ο κ. Ιωαννίδης “αυτό το ψηφιακό μοντέλο αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία καταγράφηκε και ενσωματώθηκε ένα σημαντικό τμήμα της ιστορίας του Αγίου Νεοφύτου αν και η προσέγγιση δεν περιορίστηκε στη γεωμετρική αναπαράσταση του χώρου, αλλά επεκτάθηκε στην αφήγηση και τεκμηρίωση της ζωής και του πνευματικού του έργου».
Εξήγησε ότι “στη συνέχεια, το υλικό αυτό εμπλουτίστηκε με το ιστορικό και θεολογικό περιεχόμενο, δηλαδή με την ίδια την ιστορία του Αγίου Νεοφύτου και το μήνυμα που επιθυμούσε να μεταδώσει”. Σημείωσε ότι “η ερμηνεία και η σύνθεση του σεναρίου έγινε σε συνεργασία με το μοναστήρι και με τη συμβολή ειδικών, ώστε να διασφαλιστεί η ιστορική και θεολογική ακρίβεια”.
Ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι σε αυτό το στάδιο ενσωματώθηκαν και οι σύγχρονες τεχνολογίες της τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες επιτρέπουν την αλληλεπίδραση και την «ζωντανή» παρουσίαση του Αγίου Νεοφύτου στον ψηφιακό χώρο ενώ παράλληλα, το έργο αξιοποιεί το περιβάλλον του Metaverse, δηλαδή ενός εικονικού, διαδραστικού χώρου, όπου ο επισκέπτης μπορεί να βιώσει την εμπειρία με τρόπο πολυδιάστατο και καθηλωτικό.
Επί του ιδίου θέματος η κ. Thalmann δήλωσε στο ΚΥΠΕ ότι “ζωντανεύουμε τον Άγιο Νεόφυτο μέσω εικονικής πραγματικότητας (virtual reality), επαυξημένης πραγματικότητας (augmented reality) και διαδικτυακών τρισδιάστατων εμπειριών (web-based 3D experiences)”.
Πρόσθεσε ότι “από οπουδήποτε στον κόσμο, οι επισκέπτες μπορούν να φορέσουν ένα κράνος VR και να συναντήσουν τον Άγιο σε ένα πλήρως καθηλωτικό περιβάλλον, στο διαδίκτυο, συνομιλώντας και αλληλοεπιδρώντας μαζί του σαν να ήταν πραγματικά παρών ενώ στην ίδια την Εγκλείστρα, η εμπειρία γίνεται ακόμη πιο ισχυρή διότι οι επισκέπτες βλέπουν αρχικά τη γνήσια τοιχογραφία και στη συνέχεια, φορώντας το κράνος, παρακολουθούν τον Άγιο να «βγαίνει» από τη ζωγραφική επιφάνεια και να εισέρχεται στον χώρο γύρω τους”.
Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να βλέπουν το πραγματικό περιβάλλον και τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά τους, συνδυάζοντας έτσι την ιστορία και την πραγματικότητα σε μία ενιαία, αδιάκοπη και αξέχαστη εμπειρία.
Σε ό,τι αφορά τη συνεργασία με τη Μονή του Αγίου Νεοφύτου και τον Ηγούμενο Λεόντιο, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι “ένα από τα βασικά δεδομένα του έργου, από την αρχή, ήταν η εξαιρετικά στενή και θετική συνεργασία με όλους τους μονάχους στο μοναστήρι και ιδιαίτερα τον Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο κάτι που αποτελεί και μια γενική αρχή που πρέπει να ισχύει σε κάθε έργο ψηφιοποίησης πολιτιστικής κληρονομιάς, δηλαδή, ότι ο κάτοχος του αντικειμένου ή του μνημείου πρέπει να έχει εξαρχής μια ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης με την ομάδα που αναλαμβάνει την ψηφιοποίηση”.
Πρόσθεσε ότι “εξίσου σημαντικό είναι να υπάρχει συνεχής συνεργασία καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, με αμοιβαίο σεβασμό, διαφάνεια και συνεννόηση μιας και σε τέτοιου είδους έργα τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη συναίνεση, την άδεια και, θα λέγαμε, την ευλογία των ανθρώπων που έχουν την ευθύνη του χώρου”.
Απάντηση στο ερώτημα για τη σημασία της Εγκλείστρας του Αγίου Νεοφύτου στην πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου, έδωσε η Ιστορικός Τέχνης Μαρία Παφίτη η οποία είπε ότι “η Εγκλείστρα του Αγίου Νεοφύτου στην Τάλα της Πάφου αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό βυζαντινό μνημείο του 12ου αιώνα το οποίο συνδυάζει πολλά χαρακτηριστικά που συνολικά την καθιστούν μοναδική, τόσο στην Κύπρο, όσο και στον ευρύτερο ορθόδοξο και χριστιανικό κόσμο”.
Εξήγησε ότι “πρόκειται για τη φυσική σπηλιά, την οποία το 1152 εντόπισε ο Άγιος Νεόφυτος” σημειώνοντας ότι “ο ίδιος τη λάξευσε βαθύτερα στον βράχο και την κατέστησε τόπο της ασκητικής του κατοίκησης, πνευματικής και θεολογικής μελέτης και συγγραφής καθώς και πυρήνα του μοναστηριού που ίδρυσε, το οποίο ακμάζει έως σήμερα”.
Η κ. Παφίτη είπε ότι “τα τοιχώματα της σπηλιάς διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες από τον ταλαντούχο καλλιτέχνη Θεόδωρο Αψευδή, ο οποίος όχι μόνο γνώριζε έξοχα τη βυζαντινή τεχνοτροπία, αλλά ζωγράφιζε με βάση τις αισθητικές αξίες της πρωτεύουσας του Βυζαντίου, δηλαδή της Κωνσταντινούπολης, αποτυπώνοντας έτσι μερικές από τις αντιπροσωπευτικότερες εκφάνσεις υψηλής Κομνήνειας τέχνης”.
Πρόσθεσε πως “το γεγονός και μόνο ότι σε ένα απόμακρο σημείο της Κύπρου, στα άκρα της βυζαντινής περιφέρειας, ένας σπουδαίος καλλιτέχνης υπέγραψε και χρονολόγησε το έργο του το 1183, είναι από μόνο του εντυπωσιακό και δίχως σύγκριση στη βυζαντινή καλλιτεχνική παραγωγή”.
Οπως ανέφερε η κ. Παφίτη, “εξίσου εκπληκτική είναι η ύπαρξη ρεαλιστικών προσωπογραφιών του Αγίου Νεοφύτου, οι οποίες ζωγραφίστηκαν όταν αυτός ζούσε και στις οποίες βασιστήκαμε για να δημιουργήσουμε το κινούμενο avatar του Αγίου, το οποίο θα πρωτοπαρουσιαστεί στις 24 Μαΐου εντός της Εγκλείστρας”.
Μετά τον θάνατο του Αγίου, γύρω στο 1220, η Εγκλείστρα κατέστη χώρος ταφής του, εξελισσόμενη έτσι σε ταφικό μνημείο και στη συνέχεια σε ζωντανό προσκυνηματικό κέντρο μέχρι σήμερα. Η κ. Παφίτη είπε ότι “η Εγκλείστρα του Αγίου Νεοφύτου είναι ένα πλήρες και πολύπλευρο μνημείο, μια μοναδική και ζωντανή παρακαταθήκη της βυζαντινής τέχνης και του ορθόδοξου πολιτισμού της Κύπρου το οποίο ως εξέχουσα ψηφίδα της παγκόσμιας κληρονομιάς προσκαλεί και υποδέχεται όλον τον κόσμο”.
Καταληκτικά σημείωσε ότι “σε μια εποχή, κατά την οποία η τεχνολογία έχει συχνά το πρόσταγμα, εμείς αξιοποιήσαμε τα προηγμένα μέσα που προσφέρει τόσο για να συμβάλουμε στη διαφύλαξη των τοιχογραφιών, όσο και για να κάνουμε γνωστή την Εγκλείστρα, τη ζωή και δράση του Αγίου εντός της, ζωντανεύοντας το παρελθόν”.
Σε ερώτηση για τον συμβολισμό του εγχειρήματος σε σχέση με την πτώση παραδοσιακών αξιών και αρχών ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι “σήμερα, ένα αφήγημα σχεδόν 900 ετών έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι στον σύγχρονο πολιτισμό έχουμε αποπροσανατολιστεί· ότι η τεχνολογία, αντί να μας καθοδηγεί, συχνά μας απομακρύνει και ότι τείνουμε να λησμονούμε τι σημαίνει αξία και ποια είναι η βάση από την οποία προερχόμαστε και ως αποτέλεσμα, βιώνουμε μια ολοένα εντονότερη αίσθηση αποξένωσης από το ουσιώδες”.
Πρόσθεσε ότι μέσα από το σενάριο του έργου επιχειρούμε να επαναφέρουμε το «μάθημα του Αγίου» στη σύγχρονη εμπειρία, παρουσιάζοντας τη ζωή και τη διδασκαλία του με τρόπο βιωματικό, άμεσο και κατανοητό, ώστε ο επισκέπτης να μπορέσει να προσεγγίσει ουσιαστικά το νόημα του έργου και των αξιών του.
Οπως είπε τέλος ο κ. Ιωαννίδης “οι αξίες αυτές όπως αγάπη, συμφιλίωση, ειρήνη, διάλογος, κοινωνική συνοχή και αδελφοσύνη, αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες που συχνά απουσιάζουν από τον σύγχρονο κόσμο κι έτσι μέσα από αυτή την προσέγγιση επιδιώκεται η επαναφορά τους στο επίκεντρο της ανθρώπινης εμπειρίας”.


















































