Προβληματισμό για την τρέχουσα διοικητική διάρθρωση της χερσονήσου του Ακάμα μετά τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εξέφρασε η Επίτροπος Περιβάλλοντος και Ευημερίας των Ζώων, Αντωνία Θεοδοσίου, σημειώνοντας ότι η σημερινή συμπλεγματοποίηση δυσχεραίνει την ορθολογική και αποτελεσματική διαχείριση της χερσονήσου ως ενιαίου φυσικού, πολιτιστικού και κοινωνικού συνόλου.
Σύμφωνα με ανακοίνωση από το γραφείο της, η κ. Θεοδοσίου μιλούσε την Πέμπτη στο συνέδριο Green Agenda Cyprus Summit 2026, σε συζήτηση αφιερωμένη στον Ακάμα.
Στη συζήτηση, η κ. Θεοδοσίου περιέγραψε τα όρια της χερσονήσου του Ακάμα ως έκταση περίπου 22.744 εκταρίων, από τα διοικητικά όρια της Πέγειας έως το Νέο Χωριό. Επεσήμανε ότι περίπου το 45% της χερσαίας έκτασης και 7.851 εκτάρια θαλάσσιας περιοχής έχουν ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000.
Αναφερόμενη στην οικολογική σημασία της περιοχής, η Επίτροπος είπε ότι ο Ακάμας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιοχές της Κύπρου ως προς τα είδη χλωρίδας και πανίδας –συμπεριλαμβανομένων των θαλασσίων ειδών– και οικοτόπους.
Έκανε ειδική αναφορά σε είδη που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα των σχετικών ευρωπαϊκών Οδηγιών, στις θαλάσσιες χελώνες, στη μεσογειακή φώκια, καθώς και στη σημασία τής περιοχής για τα μεταναστευτικά είδη πτηνών. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η αξία του Ακάμα δεν περιορίζεται στη φύση, αλλά επεκτείνεται και στους ανθρώπους και τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην περιοχή.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στα έργα εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Ακάμα και, ειδικότερα, στο ζήτημα των δρόμων που παραμένουν ημιτελείς. Απαντώντας στο ερώτημα γιατί σταμάτησαν τα έργα, η κ. Θεοδοσίου εξήγησε ότι είχε ξεκινήσει η υλοποίηση της Α’ Φάσης ενός δικτύου κύριων δρόμων, οι οποίοι είχαν σχεδιαστεί από συμβούλους που προσέλαβε το Τμήμα Δασών, σημειώνοντας όμως ότι ο σχεδιασμός των δρόμων και των συναφών υδραυλικών έργων δεν τη βρίσκει σύμφωνη. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος που σταμάτησαν τα έργα. Όπως ανέφερε, τα έργα σταμάτησαν επειδή διαπιστώθηκαν άσκοπες εκσκαφές, διευρυμένα πλάτη και άλλες κατασκευές, οι οποίες δεν είναι συμβατές με τη φυσιογνωμία και τις λειτουργίες των ειδών. Εξέφρασε την άποψη ότι παραμένει η ανάγκη ο όποιος ανασχεδιασμός να εξεταστεί στο πλαίσιο της σχετικής επιτροπής, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτός θα συνάδει με τις προδιαγραφές και τους όρους που έχουν τεθεί.
Για τη διαβούλευση με κατοίκους και τοπικές αρχές, η Επίτροπος υπενθύμισε την περίοδο 2012–2017, όταν ως Διευθύντρια Έργου ξεκίνησε διαδικασία «από κάτω προς τα πάνω» και διαμορφώθηκε το Σχέδιο Αειφόρου Ανάπτυξης Χερσονήσου Ακάμα, το οποίο υιοθετήθηκε από τη Διαχειριστική Επιτροπή Ακάμα.
Σχετικά με φαράγγια και λατομικές ζώνες, επισήμανε την ανάγκη διατήρησης των φαραγγιών, τη μη επέκταση υφιστάμενων λατομικών ζωνών και την αποφυγή δημιουργίας νέων λατομικών περιοχών, υπογραμμίζοντας ότι αυτές οι περιοχές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φυσικής κληρονομιάς του Ακάμα.
Αναφερόμενη στο Σχέδιο Αειφόρου Ανάπτυξης είπε ότι περιλαμβάνονταν 23 θεματικοί άξονες μέτρων με προκαταρκτικό προϋπολογισμό 30 εκατομμυρίων ευρώ και πρόταση δημιουργίας εταιρείας με συμμετοχή τοπικών αρχών για την προώθηση των έργων. Η κ. Θεοδοσίου εκτίμησε ότι, εάν είχε ολοκληρωθεί η υλοποίηση του Σχεδίου, ο Ακάμας θα εμφάνιζε σήμερα διαφορετική εικόνα με καλύτερη διαχείριση και συνθήκες ήπιας ανάπτυξης για τους κατοίκους και τους μικροεπιχειρηματίες.
Η Επίτροπος εξέφρασε προβληματισμό για την τρέχουσα διοικητική διάρθρωση μετά τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τόνισε ότι καθοριστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι στα διοικητικά όρια της Πέγειας, του Κάθικα, των Πάνω και Κάτω Αρόδων, της Ίνειας, της Δρούσειας, του Πιττοκόπου, του Φασλί, της Ανδρολίκου και Νέου Χωριού περιλαμβάνεται ποσοστό γης εντός των περιοχών προστασίας της φύσης Natura 2000. Ανέφερε ότι ο σημερινός τρόπος συμπλεγματοποίησης δυσχεραίνει την ορθολογική και αποτελεσματική διαχείριση της Χερσονήσου ως ενιαίου φυσικού, πολιτιστικού και κοινωνικού συνόλου.















































