Η Γιώτα Ιωαννίδου ανήκει στους δημιουργούς που αντιμετωπίζουν την τέχνη όχι ως διακοσμητική επιφάνεια, αλλά ως ουσιαστική δημόσια πράξη.
Το έργο και ο λόγος της κινούνται γύρω από μια σταθερή θέση ότι η τέχνη είναι πολιτικός λόγος, όχι επειδή υπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά επειδή διαμορφώνει τον τρόπο που βλέπουμε, θυμόμαστε και συνυπάρχουμε. Στην καλλιτεχνική της διαδρομή με σημαντικές συμμετοχές και παρουσία εντός και εκτός Κύπρου η Ιωαννίδου επέλεξε τα τελευταία χρόνια μια συνειδητή απόσταση από τον κυρίαρχο μηχανισμό του καλλιτεχνικού συστήματος.
Όχι ως ένδειξη απομάκρυνσης ή πικρίας, αλλά ως πράξη διατήρησης της καθαρότητας του βλέμματος. Για εκείνη, η αποστασιοποίηση δεν ισοδυναμεί με σιωπή είναι στάση ευθύνης. Στον πυρήνα της σκέψης της βρίσκεται η έννοια της αλήθειας.
Η τέχνη, όπως υποστηρίζει, δεν έχει την άνεση του ψεύδους. Δεν μπορεί να θολώσει ή να συγκαλύψει χωρίς να αυτοαναιρεθεί. Όταν απομακρύνεται από την αλήθεια της, παύει να είναι τέχνη και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβεβαίωσης ή σε εργαλείο εντυπωσιασμού. Η ουσία της, αντίθετα, βρίσκεται στη διάρκεια, στη συνέπεια και στην αντοχή στον χρόνο όχι στη συσσώρευση συμμετοχών ή στη βαρύτητα ενός βιογραφικού. Η δημόσια παρέμβαση, κατά την Ιωαννίδου, δεν είναι προνόμιο αλλά βάρος ,όπως υποστηρίζει.

Ο δημόσιος χώρος δεν ανήκει στον καλλιτέχνη· του παραχωρείται προσωρινά. Κάθε έργο που τοποθετείται μέσα σε αυτόν οφείλει ακρίβεια και καθαρότητα. Η διαφάνεια, η δυνατότητα ερώτησης και η απαίτηση σαφήνειας αποτελούν στοιχειώδη μορφή φροντίδας τόσο για τον δημιουργό όσο και για το ίδιο το έργο, συμπληρώνει. Απευθυνόμενη ιδιαίτερα στη νέα γενιά, δεν προσφέρει οδηγίες, αλλά μοιράζεται μια εμπειρία λέγοντας πως η αξία δεν ταυτίζεται με την επιλογή, ούτε η απόρριψη με την αποτυχία.
Οι θεσμοί μεταβάλλονται, οι επιτροπές αλλάζουν, τα πρόσωπα εναλλάσσονται. Εκείνο που παραμένει σημειώνει είναι το έργο όταν έχει γεννηθεί με ακρίβεια και ευθύνη. Για τη Γιώτα Ιωαννίδου, η τέχνη δεν ζητά άδεια για να υπάρξει. Τα συστήματα οργανώνουν δεν ορίζουν την αξία. Όταν επιχειρούν να την ορίσουν, χάνουν τον λόγο ύπαρξής τους. Το έργο δεν δημιουργείται για να «χωρέσει» σε πλαίσια, αλλά για να σταθεί. Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος συχνά θολώνει, η τέχνη, όταν παραμένει αληθινή, γίνεται το τελευταίο καθαρό μέτρο. Και αυτή η καθαρότητα, όσο δύσκολη κι αν είναι, αποτελεί τη βαθύτερη πολιτική της διάσταση, όπως υποστηρίζει.
Eπιπρόσθετα η εικαστικός Γιώτα Ιωαννίδου είπε σε δηλώσεις της ότι ο λόγος της τέχνης διαφοροποιείται ουσιαστικά από τον πολιτικό λόγο, γιατί ο πολιτικός λόγος μπορεί να διαπραγματεύεται, να μεταθέτει και να αναθεωρεί, ενώ ο λόγος της τέχνης δεν λειτουργεί με συμβιβασμούς αλλά με στάση. Τόνισε ότι όταν η τέχνη αρχίζει να μοιάζει με ρητορική, χάνει την ουσία της. Αναφερόμενη στα βασικά προβλήματα στον τρόπο που λειτουργούν σήμερα οι θεσμοί του πολιτισμού, είπε ότι διακρίνει ασάφεια, έλλειψη συνέχειας και σύγχυση μεταξύ προβολής και ουσιαστικής στήριξης.
Υπογράμμισε πως συχνά η τέχνη καλείται να εξυπηρετήσει εικόνες και αφηγήματα χωρίς πραγματικό βάθος ή μακροπρόθεσμη φροντίδα, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα και φθορά.
Ερωτηθείσα με το τι κερδίζει και τι χάνει ένας καλλιτέχνης κρατώντας απόσταση από τους θεσμούς, είπε ότι χάνει ορατότητα και ευκολία, αλλά κερδίζει καθαρότητα και αυτονομία. Διευκρίνισε ότι η απόσταση δεν αποτελεί άρνηση, αλλά έναν τρόπο να παραμένει κανείς συνεπής με το έργο του, χωρίς να το προσαρμόζει διαρκώς σε εξωτερικές απαιτήσεις. Για τα όρια της καλλιτεχνικής παρέμβασης στον δημόσιο χώρο, ανέφερε ότι υπάρχουν και πως το όριο είναι η ευθύνη. Επισήμανε ακόμη, ότι ο δημόσιος χώρος δεν ανήκει στον καλλιτέχνη, αλλά του παραχωρείται προσωρινά, και ότι η παρέμβαση οφείλει να είναι ειλικρινής και αναγκαία, όχι απλώς εντυπωσιακή. Συνοψίζοντας τη στάση της με μία φράση, είπε ότι η τέχνη δεν αντέχει το ψεύδος, λέγοντας χαρακτηριστικά πως αντέχει μόνο την ευθύνη.
Σημειώνεται πως έργα της εικαστικού, κοσμούν δημόσιους χώρους στην Πάφο, την Πόλη Χρυσοχούς και πλέον και το Λατσί, συνεχίζοντας να ενώνει τη γλυπτική με την ανθρώπινη ιστορία και τον τόπο. Η «Ρήγαινα» δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη δημόσιο έργο τέχνης της , αλλά ένα σημείο αναφοράς που αναδεικνύει τον ρόλο της τέχνης στη συλλογική μνήμη και τον δημόσιο χώρο.
Το γλυπτό είναι αφιερωμένο στη Ρήγαινα, μια μορφή που αντλεί τη δύναμή της από τη μνήμη, τον μύθο και τη θάλασσα, στοιχεία άρρηκτα δεμένα με την ιστορία και την ταυτότητα της περιοχής. Με σεβασμό στον χώρο και έντονη συμβολική φόρτιση, το έργο συνομιλεί με το φυσικό τοπίο και τον θαλάσσιο ορίζοντα, προσκαλώντας τον επισκέπτη σε μια σιωπηλή αλλά ουσιαστική εμπειρία. Επιπρόσθετα η εικαστικός Γιώτα Ιωαννίδου έχει υπογράφει με τη σπουδαία της δουλειά αρκετές δημιουργίες στην Πάφο, όπως ο μικρός ψαράς στα Δημοτικά Μπάνια, το κορίτσι με τα σπουργίτια στην Πλατεία Διοικητηρίου, το άγαλμα Sol Alter δίπλα από το Μεσαιωνικό Κάστρο, το άγαλμα της πολύτεκνης μάνας στην Αργάκα, το The circle έξω από το Χάνι του Ιμπραήμ, το κοριτσάκι με το χούλα-χουπ στο παζάρι της πόλης και τα Divine shells, τα θεϊκά κοχύλια, στον βυθό των Δημοτικών Μπάνιων. Έργα της όμως , υπάρχουν σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές σε Κύπρο, Ελλάδα, Ιταλία, ΗΠΑ, Σαουδική Αραβία κ.α.
Σημειώνεται πως η Γιώτα Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Πάφο το 1971. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών. Έχει εκπροσωπήσει στην Κύπρο σε αρκετές Μπιενάλε στο εξωτερικό. Το 2014 απέσπασε το πρώτο βραβείο στη Διεθνή Μπιενάλε Σαντορίνης μαζί με την ομάδα Art de fact. Διακρίθηκε σε διαγωνισμούς στην Κύπρο και στο εξωτερικό.
Ζει και εργάζεται στην Πάφο.



































































