Η συζήτηση για τους νέους στην Κύπρο συχνά καταλήγει σε δύο άκρα. Από τη μια, μεγάλα λόγια για «ευκαιρίες». Από την άλλη, μοιρολατρία για το «πώς έγιναν τα πράγματα». Και οι δύο προσεγγίσεις είναι βολικές καθώς καμία δεν λύνει το πρόβλημα.
Οι νέοι άνθρωποι δεν ζητούν ένα στοιχειώδες πλαίσιο κανονικότητας. Ζητούν να μπορούν να σχεδιάσουν τη ζωή τους χωρίς να νιώθουν ότι κάθε βήμα είναι ρίσκο.
Και εδώ είναι η αλήθεια που αποφεύγουμε ότι
η μεγαλύτερη απειλή για τη νέα γενιά δεν είναι η έλλειψη φιλοδοξίας, αλλά η ανασφάλεια που έχει γίνει μόνιμη κατάσταση.
Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πολιτική για τους νέους όταν η στέγη έχει μετατραπεί σε προνόμιο. Όταν το ενοίκιο απορροφά δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος. Όταν η προοπτική αγοράς κατοικίας μετατίθεται για «κάποτε», ενώ οι τιμές ανεβαίνουν ταχύτερα από τους μισθούς.

Η στεγαστική κρίση δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα. Είναι πολιτική αποτυχία. Και δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικά σχέδια, ούτε με επικοινωνιακές εξαγγελίες. Αν δεν μπει προτεραιότητα στην προσιτή κατοικία, το αποτέλεσμα θα είναι σταθερό. Νέοι που καθυστερούν να σταθούν, να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια, να μείνουν στον τόπο τους.
Το δεύτερο σημείο είναι η εργασία. Η Κύπρος έχει νέους με σπουδές, δεξιότητες και διάθεση. Όμως πολλοί ξεκινούν με συνθήκες που δεν τους επιτρέπουν να χτίσουν ζωή όπως αβεβαιότητα, χαμηλοί μισθοί, έλλειψη προοπτικής.
Η πολιτεία οφείλει να μετατρέψει τη συζήτηση από τα «στατιστικά ανεργίας» στην πραγματική ποιότητα εργασίας. Γιατί άλλο πράγμα είναι να έχεις δουλειά και άλλο να μπορείς να ζήσεις από αυτή.
Υπάρχει και ένα τρίτο, πιο «αθόρυβο» πεδίο.
Οι υποδομές που στηρίζουν την οικογένεια στην πράξη. Παιδικοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία, προσβασιμότητα, ασφαλείς γειτονιές, χώροι για παιδιά.
Όταν αυτά λείπουν, το κόστος μεταφέρεται στο σπίτι. Και συνήθως στις γυναίκες. Αυτό δεν είναι ούτε σύγχρονο ούτε δίκαιο. Είναι απλώς μια κοινωνία που κρύβει το πρόβλημα κάτω από το χαλί.

Τέλος, υπάρχει το θέμα της ενημέρωσης. Ένας νέος σήμερα καλείται να βρει μόνος του τι δικαιούται, πού να αποταθεί, ποια προγράμματα υπάρχουν, ποια επιδόματα ισχύουν, πώς λειτουργούν οι διαδικασίες.
Αυτό δεν είναι «γραφειοκρατία». Είναι κράτος που δεν εξυπηρετεί. Και όταν το κράτος δεν εξυπηρετεί, η ανασφάλεια μεγαλώνει.
Οι νέοι δεν χρειάζονται παραινέσεις. Χρειάζονται κράτος που να λειτουργεί. Χρειάζονται πολιτικές που να δημιουργούν σταθερότητα. Γιατί οι ευκαιρίες είναι δυνατότητα να κάνεις σχέδιο ζωής χωρίς να φοβάσαι ότι θα καταρρεύσει με την πρώτη δυσκολία.
Όπως έγραψα ξανά η στήριξη των νέων αποτελεί πλέον πολιτική ευθύνη. Και είναι από τα λίγα θέματα που κρίνουν το μέλλον της χώρας χωρίς υπερβολή.
Του ΣΩΤΗΡΗ ΚΟΥΠΠΑΡΗ



































































