Με ευκαιρία την ανάληψη της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την κυπριακή Δημοκρατία και τα όσα τεκταίνονται σε πολλαπλό επίπεδο σε αυτό το το χρονικό πλαίσιο, αξίζει τον κόπο να ανατρέξει κανείς στην ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου.
Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας παρουσιάζεται συχνά ως μια ομαλή και σχεδόν αυτονόητη εξέλιξη. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση της ιστορίας δείχνει ότι πρόκειται για μια διαδρομή που διαμορφώθηκε μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, συγκρούσεις και ρίσκα. Εν προκειμένω, ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται εκ των υστέρων ο χαρακτηρισμός του «ευρωπαϊστή» σε ορισμένα πρόσωπα αποκαλύπτει περισσότερο τις ανάγκες του παρόντος παρά την πραγματικότητα του παρελθόντος.
Η ουσιαστική σχέση της Κύπρου με την Ευρώπη δεν ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990. Τα πρώτα και πιο στέρεα θεμέλια τέθηκαν με τη Συμφωνία Σύνδεσης Κύπρου–ΕΟΚ του 1972 και με τη σταδιακή τελωνειακή ένωση που ακολούθησε. Η εφαρμογή και διατήρηση αυτής της πορείας πραγματοποιήθηκε κυρίως κατά την προεδρία του Σπύρου Κυπριανού, σε μια περίοδο ιδιαίτερα δύσκολη, αμέσως μετά την τουρκική εισβολή. Τότε, η Κύπρος βρισκόταν υπό έντονες διεθνείς πιέσεις και κάθε στρατηγική επιλογή είχε πολιτικό κόστος. Παρ’ όλα αυτά, η ευρωπαϊκή κατεύθυνση διατηρήθηκε, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για συγκυριακή ή επιφανειακή επιλογή.
Ο Σπύρος Κυπριανού, ωστόσο, δεν εντάσσεται εύκολα στη σημερινή αφήγηση. Ήταν πολιτικά συγκρουσιακός, με σαφή κρατική αντίληψη και χωρίς την εικόνα του «ήπιου» ή «κοσμοπολίτη» ηγέτη. Συνεπώς, η συμβολή του συχνά υποβαθμίζεται, παρότι υπήρξε καθοριστική για τη θεσμική σύνδεση της Κύπρου με την Ευρώπη.
Η δεύτερη κομβική στιγμή της ευρωπαϊκής πορείας ήρθε επί Γλαύκου Κληρίδη. Το 1994, με την υποβολή της αίτησης ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κύπρος εισήλθε πλέον σε μια ξεκάθαρη και μη αναστρέψιμη τροχιά. Η απόφαση αυτή δεν ήταν ανέξοδη. Δημιούργησε αντιδράσεις στο εσωτερικό και επιπλοκές στο Κυπριακό, όμως αποτέλεσε σαφή πολιτική επιλογή με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Κατά συνέπεια, ο ευρωπαϊσμός του Κληρίδη δεν ήταν θέμα εικόνας, αλλά πράξης και ευθύνης.
Ανάμεσα στις προεδρίες Κυπριανού και Κληρίδη τοποθετείται η θητεία του Γιώργου Βασιλείου. Παρά την εκ των υστέρων παρουσίασή του ως «ευρωπαϊστή», κατά την εν λόγω περίοδο δεν σημειώθηκε ουσιαστική πρόοδος στην ευρωπαϊκή ενσωμάτωση. Δεν
υποβλήθηκε αίτηση ένταξης, ούτε υπήρξε επιτάχυνση των διαδικασιών. Το βάρος της πολιτικής δόθηκε κυρίως στη διαχείριση του Κυπριακού και στις διεθνείς ισορροπίες. Το γεγονός αυτό δεν συνιστά από μόνο του αποτυχία, ωστόσο δεν δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό που του αποδίδεται σήμερα.
Η μεταγενέστερη προβολή του Βασιλείου ως «ευρωπαϊστή» εξηγείται κυρίως από τη χρησιμότητά του ως συμβόλου. Πρόκειται για μια πολιτική μορφή που δεν προκαλεί αντιδράσεις, δεν συνδέεται με σκληρές συγκρούσεις και μπορεί εύκολα να ενταχθεί σε ένα αφήγημα μετριοπάθειας και συναίνεσης. Αντίθετα, πρόσωπα που πήραν δύσκολες αποφάσεις και ανέλαβαν ρίσκα αντιμετωπίζονται πιο επιφυλακτικά στη συλλογική μνήμη.
Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ολοκληρώθηκε επί Τάσσου Παπαδόπουλου, ο οποίος διατήρησε την ευρωπαϊκή πορεία ακόμη και χωρίς προηγούμενη λύση του Κυπριακού, παρά τις έντονες διεθνείς πιέσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ευρωπαϊκή του συμβολή συχνά επισκιάζεται από άλλες πτυχές της προεδρίας του. Ο Δημήτρης Χριστόφιας, από την άλλη, μνημονεύεται κυρίως για την προσωπική του εντιμότητα, χωρίς όμως να προβάλλεται ως πρότυπο πολιτικής διακυβέρνησης.
Εν κατακλείδι, η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου δεν υπήρξε αποτέλεσμα ήπιου λόγου ή διεθνούς αποδοχής, αλλά προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών και συγκρούσεων, κυρίως επί Κυπριανού και Κληρίδη. Η εκ των υστέρων εξιδανίκευση ορισμένων προσώπων και η υποβάθμιση άλλων αποκαλύπτει ότι η Ιστορία συχνά επαναδιατυπώνεται για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του παρόντος. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν αφορά μόνο το πώς θυμόμαστε το παρελθόν, αλλά και το τι είδους πολιτική θέλουμε να νομιμοποιούμε σήμερα.
Δρ Χάρης Φ. Σοφοκλέους
Πανεπιστημιακός – Ερευνητής


































































