ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟ

7 Min Read

Γιαννάκη Λ. Ομήρου

    Πρώην Προέδρου Βουλής των Αντιπροσώπων

Ο εποικισμός υπήρξε και εξακολουθεί να είναι μία εκ των κορυφαίων πτυχών του Κυπριακού όπως αυτή εκδηλώθηκε συστηματικά μετά την τουρκική εισβολή του 1974.

Η έκθεση Κουκό αποτέλεσε σταθμό και ένα από τα πιο σημαντικά επίσημα τεκμήρια διεθνών οργανισμών για την καταδίκη του τουρκικού εποικισμού στην Κύπρο.

Υποβλήθηκε το 1992 από τον Ισπανό βουλευτή Αλφόνς Κουκό, ο οποίος ενεργούσε ως εισηγητής της Επιτροπής Μετανάστευσης, προσφύγων και Δημογραφίας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Στα συμπεράσματα της Έκθεσης αναγνωρίζεται ο εποικισμός ως σκόπιμη πολιτική της Τουρκίας και της Τ/Κ ηγεσίας, με στόχο την αλλοίωση της δημογραφικής δομής του νησιού.

Επίσης η έκθεση απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι οι έποικοι αποτελούν «εποχιακούς εργάτες» ή «οικονομικούς μετανάστες» αλλά αντίθετα αποτελούν ένα οργανωμένο ρεύμα πληθυσμού. Και ότι η έλευση των εποίκων οδηγεί σε φυγή των γηγενών Τουρκοκυπρίων.

Τέλος στα συμπεράσματα της έκθεσης Κουκό καταδικάζεται η προσπάθεια μεταβολής του δημογραφικού χαρακτήρα της Κύπρου, ζητείται η διενέργεια απογραφής πληθυσμού υπό διεθνή εποπτεία και καλείται η Τουρκία να σταματήσει τη διοχέτευση εποίκων προς την κατεχόμενη Κύπρο.

Το 2003 υιοθετήθηκε η έκθεση Γιάκο Λάακσο η οποία συνέχισε το έργο Κουκό, επιβεβαιώνοντας εκ  νέου τη συνεχιζόμενη ροή εποίκων και την σταδιακή περιθωριοποίηση των τουρκοκυπρίων.

Δυστυχώς υπήρξε διαχρονικά μια ράθυμη και υποτονική αντίδραση στη συστηματική προσπάθεια που καταβάλλει η Τουρκία, εδώ και δεκαετίες, να αλλοιώσει το δημογραφικό χαρακτήρα της κατεχόμενης Κύπρου με την παράνομη εισαγωγή και εγκατάσταση εποίκων.

Τί έχει πράξει η Κυπριακή Δημοκρατία όλα αυτά τα χρόνια για να καταγγείλει το συντελούμενο έγκλημα του εποικισμού; Πόσες προσφυγές κατατέθηκαν στον ΟΗΕ για καταδίκη του εγκλήματος αυτού; Γιατί δεν προτάσσεται αυτή η έκνομη δραστηριότητα της Τουρκίας, ως κορυφαίο ζήτημα σε όλα τα διεθνή και περιφερειακά βήματα; Γιατί αφέθηκε, με ολιγωρία και παραλείψεις, να ξεχαστεί αυτή η κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, με αποτέλεσμα να καθορίζουν και να αλλοιώνουν και τη θέληση των Τουρκοκυπρίων;

Τί προβλέπει όμως η διεθνής έννομος τάξη και ποια τα γεγονότα σε ότι αφορά τον εποικισμό της Τουρκίας στην Κύπρο;

Η σύμβαση της Γενεύης του 1949 καθόρισε ως έγκλημα πολέμου τη μεταφορά πληθυσμού σε στρατιωτικά κατεχόμενα εδάφη από την κατέχουσα δύναμη. Καμιά λοιπόν παραμόρφωση της αλήθειας, καμιά διαστροφή της πραγματικότητας, δεν είναι δυνατό να συσκοτίσουν την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Που κραυγάζει ότι η μεταφορά Τούρκων από την Τουρκία και η εγκατάσταση τους στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου, εντάσσεται στα πλαίσια  της πολιτικής της Άγκυρας για αλλοίωση της εθνολογικής σύστασης του πληθυσμού της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Τούρκος καθηγητής Νιχάτ Ερίμ σε μια έκθεση του για την Κύπρο προς την Τουρκική Κυβέρνηση με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 1956 αναφέρει: «Επειδή σε μια δεδομένη στιγμή μέσα στη ροή της Ιστορίας ένας πληθυσμός σε σύγκριση με τον άλλο πληθυσμό έχει υπερτερήσει κατά εκατό ή διακόσιες χιλιάδες, δεν είναι επαρκής λόγος να καθορίσειτην αιώνια τύχη μιας μεγαλονήσου όπως είναι η Κύπρος. Δεν μπορεί να την καθορίσει. Και μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη του ότι ένα τέτοιο νησί μπορεί να αποτελέσει ένα τρομακτικό κίνδυνο για την ασφάλεια μιας χώρας 25 –ήταν τότε- εκατομμυρίων όπως είναι η Τουρκία. Για την ασφάλεια της Τουρκίας η Κύπρος είναι ένα γεωγραφικό δεδομένο το οποίο δεν είναι δυνατό να παραγνωρισθεί». Και εισηγούμενος την προώθηση της λύσης της προσάρτησης της Κύπρου στην Τουρκία, ο Νιχάτ Ερίμ αναφέρει ότι «σαν προπαρασκευαστικό στάδιο θα πρέπει να συλλεγούν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η πλειοψηφία της ιδιοκτησίας της γης στην Κύπρο ανήκει στους Τούρκους, ότι θα πρέπει να συνταχθεί δημογραφικός χάρτης που να καθορίζει τον αριθμό των Τούρκων του νησιού σε κάθε πόλη και χωριό και ακόμα πως θα πρέπει να συλλεγούν οι καλύτερες δυνατές πληροφορίες για τους Κυπρίους της Τουρκίας και γενικά όσους βρίσκονται εκτός Κύπρου για την περίπτωση του εποικισμού». Μετά το πραξικόπημα και την Τουρκική εισβολή δεν υπήρχε βέβαια ανάγκη για προσχήματα με επιστροφή δήθεν Τουρκοκυπρίων. Ο εποικισμός μετά το 1974 πήρε τη μορφή ενός καλά οργανωμένου σχεδίου που αποβλέπει σταθερά στη δημογραφική αλλοίωση των πληθυσμιακών δεδομένων με τελικό στόχο την ανατροπή τους.

Ο Economist  στις 4.9.1976 έγραψε: «Ο προφανής στόχος της Τουρκίας είναι να μετατρέψει τη Βόρεια Κύπρο σε μια Επαρχία της Τουρκίας. Ο δημογραφικός εκτουρκισμός του Βορρά σύντομα θα είναι πλήρης. Πόλεις και χωριά όπως η Κερύνεια και η Λάπηθος που παρέμεναν κενά μέχρι πρόσφατα είναι τώρα γεμάτα από εποίκους από την Τουρκία»

Από τότε έχουν περάσει 50 ολόκληρα χρόνια. Ο εποικισμός εντάθηκε και μετεξελίχθηκε σε μια οργανωμένη επιχείρηση πλήρους ανατροπής των πληθυσμιακών δεδομένων της Κύπρου.

Είναι κατάδηλον ότι η Τουρκία παραβιάζει κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν τη Σύμβαση της Γενεύης του 1949 που προβλέπει ρητά στο άρθρο 49 (6) ότι : «Η κατέχουσα δύναμις δεν δύναται να εξορίσει ή να μεταφέρει μέρος του δικού της άμαχου πληθυσμού εις το κατεχόμενο υπ’ αυτής έδαφος».

Και είναι φανερό από τα όσα έχουν αναφερθεί ότι ο εποικισμός αποτελεί στην Κύπρο μια κραυγαλέα διεθνή παρανομία της Τουρκίας.

Αποτελεί ταυτόχρονα άμεση απειλή για την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού στην Κύπρο.

Καμιά διαπραγμάτευση για λύση του Κυπριακού δεν μπορεί να παραγνωρίζει το τεράστιο  πρόβλημα του εποικισμού. Η θρασεία απαίτηση της Τουρκίας, όπως περιέχεται σε  κατατεθέν έγγραφο σε προηγούμενες διαπραγματεύσεις, για ανεξέλεγκτη και χωρίς περιορισμούς έλευση στην Κύπρο και  απόλαυση από αυτούς των  τεσσάρων  ελευθεριών που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι πολίτες, καταδεικνύει τον μη αποκρυβόμενο στόχο τουρκοποίησης της Κύπρου. Ώρα για αποκάλυψη και καταγγελία του τουρκικού εγκλήματος. Άμεση  ανάληψη  διεθνούς εκστρατείας για αποκάλυψη του ομολογημένου τουρκικού στόχου μετατροπής της Κύπρου σε τουρκική Επαρχία. 

Επιτακτικό χρέος να προβάλλεται το έγκλημα του εποικισμού στην προτεραιότητα των θεμάτων που θα προβάλλονται διεθνώς και εντός Ε.Ε ως κορυφαίου ζητήματος στην επίλυση του Κυπριακού.