Σε μια τέτοια εποχή που αναζητούμε με το φανάρι του Διογένη πρότυπα και ανθρώπους, ένας τέτοιος φάρος τηλαυγής, υπήρξε ένας άνθρωπος που η καταγωγή του ήταν από ένα μικρό σε έκταση αλλά μεγάλο σε παράδοση χωριό της επαρχίας Πάφου. Τη Χλώρακα. Για τον ποιητή μίλησε στον «Π» ο ανιψιός του ποιητή Νίκου Πενταρά, κ. Χρίστο Μαυρέσης, φιλόλογος.
Σε μια εποχή που μοιάζει να αναζητά πρότυπα «με το φανάρι του Διογένη», ποιος ήταν ο Νίκος Πενταράς; Ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που δεν χρειάζονται φως για να φανούν — γιατί το εκπέμπουν. Γεννημένος το 1949 στη Χλώρακα της Πάφου, έναν τόπο μικρό σε έκταση αλλά απέραντο σε μνήμη και παράδοση, ο Νίκος Πενταράς υπήρξε δάσκαλος, ποιητής, εργάτης του λόγου και της ψυχής. Έφυγε στις 10 Δεκεμβρίου 2025, αφήνοντας πίσω του μια ζωή γεμάτη δημιουργία, μια οικογένεια — τη σύζυγό του Σόνια και τις δύο τους κόρες — και ένα έργο που αντιστέκεται στη λήθη.
Πώς διαμορφώθηκε η πορεία του στην εκπαίδευση; Με συνέπεια και αφοσίωση. Απόφοιτος του Α΄ Γυμνασίου Πάφου και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου, μπήκε στην εκπαίδευση το 1970, σε χρόνια δύσκολα αλλά καθοριστικά. Προχώρησε, μελέτησε, αρίστευσε. Έγινε Διευθυντής, Επιθεωρητής, Πρώτος Λειτουργός Εκπαίδευσης. Όμως, πάνω απ’ όλα, έμεινε δάσκαλος — εκείνος που δεν μεταδίδει απλώς γνώση, αλλά ήθος και φως.
Ποια ήταν η σχέση του με τον λόγο και τη λογοτεχνία; Ο λόγος ήταν το φυσικό του στοιχείο. Έγραφε, σχολίαζε, παρουσίαζε. Από τις στήλες εφημερίδων μέχρι τα ραδιοφωνικά κύματα, υπηρέτησε το βιβλίο με πάθος. Παρουσίασε εκατοντάδες εκδόσεις, ανέδειξε νέες φωνές, κράτησε ζωντανό τον διάλογο της λογοτεχνίας με την κοινωνία.
Τι χαρακτήριζε την ποίησή του;
Η ποίησή του ήταν βαθιά ριζωμένη στον τόπο και στον άνθρωπο. Το φως, η θάλασσα, η μάνα, η πατρίδα, η μνήμη — όλα γίνονταν λέξεις. Κι όμως, δεν ήταν ποτέ αφελής ή εξιδανικευτική. Ήταν ποίηση που πονούσε, που κατήγγελλε, που αντιστεκόταν. Άλλωστε, ο ίδιος είπε κάποτε σε μια συνέντευξή του:
Η ποίηση δεν είναι εξουσία. Ούτε καν μπορεί να επηρεάσει τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Το πολύ πολύ, ελάχιστοι πολιτικοί ηγέτες, στους οποίους απόμειναν κάποια αμυδρά ίχνη ρομαντισμού, να επικαλούνται ενίοτε κάποιους στίχους στους πολιτικούς τους λόγους, για να τους προσδώσουν απλώς μια ρητορική χροιά. Ούτε και τους ποιητές, πάλι, έχουν σήμερα σε υψηλή τιμή. Δυστυχώς, η ανθρωπότητα έχουν κλείσει πια την πόρτα στην Ποίηση και στο Φως…
Πόσο καθοριστικό υπήρξε το 1974 για τη γραφή του; Ήταν τομή. Πριν και μετά. Ελάχιστα ποιήματά του από αυτά που έγραψε πριν το 1974 δημοσίευσε. Η τραγωδία της Κύπρου χαράχτηκε μέσα του και μεταμορφώθηκε σε στίχο. Το 1975 εκδίδει τις «Ώρες πολέμου», μια κραυγή περισσότερο παρά μια συλλογή:
« Δεν ήταν ώρες για ποίηση τότες
Μα ώρες
Που μετρούσες τη ζωή σου αντίστροφα
Που νόμιζες
Πως έβλεπες για τελευταία φορά τον ήλιο
Δεν ήταν ώρες για ποίηση τότες
Μα ώρες
Που κρατούσες μόνο θάνατο στα μάτια
Που με τα δάχτυλά σου πίεζες το δέρμα σου
Για να διαπιστώσεις αν ήσουν ζωντανός
Που τέντωνες την ψυχή σου να χωρέσει τους θρήνους
Που στέναζες για το πικρό ξερίζωμα
Που σάλευε το νου σου ο δόλος των ανθρώπων.
(Από την ποιητική μου συλλογή “ΩΡΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ”, 1975)
Δεν είναι απλώς ποίηση — είναι μαρτυρία.
Πώς εξελίχθηκε το έργο του τα επόμενα χρόνια; Στα «Μηνύματα» (1981), η πληγή παραμένει ανοιχτή, αλλά γίνεται λόγος αφύπνισης:
«Χωρίς σκοπούς, χωρίς ιδανικά με δεκανίκια δανεικά γυρεύουμε τη Λευτεριά…»
Η φωνή του γίνεται πιο κοινωνική, πιο αιχμηρή. Στην «Τρίτη απόφαση» (1988), η μνήμη αποκτά πολυδιάστατο χαρακτήρα:
Βαδίζαμε στην ίδια στράτα
μέχρι που φτάσαν απροσκάλεστοι
οι πουλημενοι χωρομέτρες
και βάλαν τα ροθέσιά τους αυθαίρετα
και μας χωρίσανε με συρματόπλεγμα […] (Περιπλάνηση).
Χιλιάδες χρόνια πάλευε
με τη φωτιά, τ΄ατσάλι
και την καταιγίδα
για μια ταυτότητα […]. (Για μια ταυτότητα)
Υπάρχει κάποιο έργο που θεωρείται κορυφαίο στη δημιουργία του; Αυτό που με ρωτάτε είναι υποκειμενικό. Σε πρόσφατη εκδήλωση που έγινε προς τιμή του, ο ακαδημαϊκός Δρ. Κυριάκος Ιωάννου μίλησε για ποιήματα του Πενταρά που είναι οι ναυαρχίδες της ποίησής του αλλά δεν μίλησε για συλλογή που είναι ναυαρχίδα.
Προσωπικά όμως τολμώ να πω πως Η «Επάνοδος» (1992) ξεχωρίζει. Εκεί ο Πενταράς συνομιλεί με την Ιστορία, με τους προγόνους, με την ίδια την ψυχή της Κύπρου. Είναι μια ποιητική επιστροφή στις ρίζες, μια εσωτερική και συλλογική οδύσσεια.
Και το «Φως εκ Φωτός»; Εκεί κορυφώνεται η ποιητική του φιλοσοφία. Το φως γίνεται σύμβολο αντίστασης και ζωής:
Το Φως
αυτό που προσπαθείς για να ρημάξεις
που το πετροβολάς για να το κάμεις θρύψαλα
μάθε το, δε ρημάζεται
μάθε το, δεν πεθαίνει
γιατί – το Φως αυτό –
γεννήθηκε απ’ τα θρύψαλα
το κυοφόρησε το κύμα
και το ξετίναξε σαν άλογο λευκό, περήφανο,
την ώρα της οργής του.
(στίχοι από τη Συλλογή Φως εκ Φωτός, 1994)
Έγραψε και για παιδιά. Τι ξεχωρίζει εκεί; Στο «Περιστέρι μου, ξεκίνα» (1987), η αθωότητα συναντά τον συμβολισμό:
« Με γαρίφαλα και κρίνα
περιστέρι μου ξεκίνα
πρόσφερέ τα να χαρείς
σε λαούς που θα τους βρεις
να σκοτώνουν περιστέρια
να αφανίζουνε παρτέρια. (Περιστέρι μου ξεκίνα, 1987)
Μια συλλογή που διαβάζεται αλλιώς από παιδί και αλλιώς από ενήλικα. Η συλλογή αυτή διακρίθηκε με βραβείο από τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού-Νεανικού Βιβλίου. Αθλοθέτης του βραβείου ήταν η Τράπεζα Κύπρου, την οποία ο ποιητής στον πρόλογό του την ευχαριστεί καθώς για να εκδοθεί το βιβλίο του η Τράπεζα Κύπρου του είχε προσφέρει άτοκο δάνειο!
Πώς εκφράζεται η ωριμότητα στο μεταγενέστερο έργο του; Στη «Μοναξιά του φεγγαριού» (2009), η ποίηση γίνεται πιο εσωτερική. Στη συλλογή αυτή ο ποιητής με αφομοιωμένες επιδράσεις και με προσωπικό ύφος αυτοβιογραφείται ποιητικά.
Άρωμα θάλασσας
ψωμιού σταρένιου γεύση (Ταυτότητα)
……………….
Μη μετατοπίζετε τους ποιητές
γιατί θα ποντιστούμε/τους προειδοποιούσες (Προειδοποίηση)
Στο «Σε φόντο φθινοπωρινό» (2015), η σκέψη βαθαίνει. Πρόκειται για ποίηση φιλοσοφημένη και αναστοχαστική. Στα ποιήματα της συλλογής αυτής υπάρχουν δυνατές αλληγορίες και συμβολισμοί αλλά τα νοήματά είναι εύληπτα. Ο Πενταράς δεν είναι σκοτεινός ποιητής. Είναι ποιητής που υμνεί το φως και είναι φωτεινός ακόμη και όταν το φόντο είναι φθινοπωρινό.















































