Η ζωγραφική του Μιχάλη Χαραλαμπίδη αποτελεί μια διαρκή εικαστική διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο, τη φύση και τη μνήμη. Με αφετηρία το τοπίο, ο καλλιτέχνης δεν επιδιώκει την περιγραφική αναπαράσταση του ορατού κόσμου, αλλά τη μεταγραφή του σε ένα προσωπικό, βιωματικό λεξιλόγιο χρώματος και σχήματος. Τα έργα του λειτουργούν ως εσωτερικά τοπία, όπου η πραγματικότητα, η ανάμνηση και η φαντασία συνυπάρχουν σε μια ισορροπημένη, συχνά ποιητική, ένταση.
Η μακρά πορεία του στον χώρο του Design και του σχεδιασμού εκθεσιακών χώρων έχει αφήσει διακριτά ίχνη στη ζωγραφική του πρακτική. Η αίσθηση του χώρου, η λιτότητα της φόρμας και η συνειδητή οργάνωση της σύνθεσης συνυπάρχουν με μια ελεύθερη, ενστικτώδη χρήση του χρώματος. Το χρώμα, για τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη, δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο αλλά βασικό φορέα συναισθήματος και ατμόσφαιρας, είναι, όπως λέει, το μέσο μέσα από το οποίο αποδίδεται η ένταση, η γαλήνη, αλλά και η εσωτερική κίνηση του τοπίου.
Στα έργα του, η φύση εμφανίζεται άλλοτε ανοιχτή και φωτεινή, άλλοτε σιωπηλή και στοχαστική, ενώ συχνά συνδιαλέγεται με ίχνη ανθρώπινης παρουσίας, αρχιτεκτονικά στοιχεία ή δομές που υποδηλώνουν την παρέμβαση του ανθρώπου στον φυσικό χώρο. Η συνύπαρξη αυτή δεν παρουσιάζεται ως σύγκρουση, αλλά ως μια εύθραυστη ισορροπία, η οποία αντανακλά τη σύγχρονη συνθήκη και τη διαρκή ανάγκη του ανθρώπου να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με το περιβάλλον.

Η ζωγραφική του Μιχάλη Χαραλαμπίδη δεν επιβάλλει αναγνώσεις. Αντιθέτως, αφήνει ανοιχτό τον χώρο στον θεατή να περιπλανηθεί, να προβάλει τις δικές του εμπειρίες και να ανακαλύψει προσωπικές αφηγήσεις μέσα στο έργο. Πρόκειται για μια ζωγραφική που δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, αλλά την ουσιαστική συγκίνηση μια ζωγραφική που γεννιέται από την ανάγκη της δημιουργίας και ολοκληρώνεται μέσα από τη σιωπηλή, εσωτερική ανταπόκριση του θεατή.
Πότε συνειδητοποιήσατε ότι θέλετε να χαράξετε τη δική σας, αυτόνομη καλλιτεχνική πορεία;

Η απόφαση να ασχοληθώ με την τέχνη και το Design ωρίμασε από πολύ νωρίς, ήδη από τα χρόνια του Γυμνασίου, καθώς με γοήτευε ιδιαίτερα το τεχνικό σχέδιο. Σπουδάζοντας στην Αγγλία γνώρισα το Exhibition Design, μια σπουδή που περιλαμβάνει τον σχεδιασμό εκθεσιακών χώρων, φωτισμού και γενικότερα τη συνολική εμπειρία του χώρου. Παράλληλα ασχολήθηκα ενεργά με τη ζωγραφική.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο άνοιξα το 1989 γραφείο και εργάστηκα ως Interior Designer για περίπου δέκα χρόνια, χωρίς ποτέ να σταματήσω να συμμετέχω σε ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής. Σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία μου έπαιξε η συνεργασία μου με τον Στας Παράσχο στη Λέμπα, αλλά και η επιλογή μου στη Μπιενάλε του Καΐρου το 2001. Από εκείνο το σημείο και μετά άρχισαν να ανοίγουν νέοι δρόμοι. Η συνεργασία με γκαλερί στην Αγγλία με οδήγησε στο να αφήσω οριστικά το Design και να αφιερωθώ αποκλειστικά στη ζωγραφική, την οποία απολαμβάνω πολύ περισσότερο. Μέχρι σήμερα έχω πραγματοποιήσει περίπου 16 ατομικές εκθέσεις σε Κύπρο και εξωτερικό.
Πώς ορίζετε σήμερα το προσωπικό σας ζωγραφικό ύφος;
Για εμένα η τέχνη δεν είναι η πιστή αναπαραγωγή της πραγματικότητας, αλλά η ερμηνεία της. Δεν με ενδιαφέρει να αποδώσω αυτό που βλέπω ακριβώς όπως είναι, αλλά να το μετασχηματίσω μέσα από τη δική μου ματιά. Παίρνω στοιχεία από διαφορετικές πηγές, εικόνες, μνήμες και εμπειρίες, τα «παντρεύω» και δημιουργώ ένα νέο εικαστικό αποτέλεσμα. Το ύφος μου προκύπτει οργανικά μέσα από αυτή τη διαδικασία και αντανακλά τον προσωπικό μου τρόπο αντίληψης του κόσμου.
Σε ποιο βαθμό η οικογενειακή σας καταγωγή επηρέασε την καλλιτεχνική σας διαμόρφωση;
Η οικογενειακή μου καταγωγή, και ιδιαίτερα η παρουσία του πατέρα μου, με επηρέασε σε μεγάλο βαθμό, παρόλο που οι καλλιτεχνικές μας προσεγγίσεις είναι διαφορετικές. Έχουμε διαφορετικές απόψεις γύρω από την τέχνη, γεγονός που θεωρώ εξαιρετικά δημιουργικό. Η τέχνη βασίζεται στην ελευθερία της έκφρασης και ο κάθε δημιουργός οφείλει να παρουσιάζει αυτό που πραγματικά νιώθει. Δεν δημιουργώ για να ικανοποιήσω το κοινό• δημιουργώ για τον εαυτό μου, με την ελπίδα ότι το κοινό θα μπορέσει να συνδεθεί με το έργο μου.

Τι σας ελκύει ιδιαίτερα στο τοπίο ως βασικό θέμα της ζωγραφικής σας;
Το τοπίο μου προσφέρει απόλυτη ελευθερία. Μέσα από αυτό μπορώ να συνδυάσω ρεαλιστικά και αφηρημένα στοιχεία, χωρίς περιορισμούς. Νιώθω ότι μου επιτρέπει να εκφραστώ πιο ανοιχτά και αυθόρμητα, αφήνοντας χώρο στη φαντασία και στο συναίσθημα.
Τα τοπία σας είναι βιωματικά ή περισσότερο εσωτερικά/φαντασιακά;
Θα έλεγα ότι είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Παίρνω ερεθίσματα από την πραγματικότητα, από αυτά που παρατηρώ γύρω μου, αλλά τα μεταπλάθω μέσα από τη φαντασία μου. Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης είναι, πάνω απ’ όλα, ένας καλός παρατηρητής, που βλέπει συνδυασμούς χρωμάτων και σχημάτων εκεί όπου άλλοι δεν δίνουν σημασία.
Ποιο ρόλο παίζει το χρώμα στη δημιουργία της ατμόσφαιρας των έργων σας;
Το χρώμα αποτελεί βασικό εκφραστικό μου εργαλείο. Ο σχεδιασμός των έργων μου είναι συνειδητά απλός, χωρίς περιττές λεπτομέρειες. Η ένταση, η ατμόσφαιρα και το συναίσθημα προκύπτουν κυρίως μέσα από το χρώμα και τη σχέση του με το σχήμα.
Η «χρωματική τόλμη» είναι αποτέλεσμα ενστίκτου ή συνειδητής επιλογής;
Δεν φοβάμαι καθόλου το χρώμα. Η χρήση του προκύπτει αυθόρμητα και φυσικά μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας.
Πώς δουλεύετε τα μεγάλα μοτίβα μέσα στη σύνθεση χωρίς να χάνεται η αρμονία;
Η διαδικασία δεν είναι απόλυτα προγραμματισμένη. Πολλά στοιχεία προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δουλειάς, ακόμη και «τυχαία». Το τυχαίο, όμως, δεν είναι ποτέ εντελώς τυχαίο. Ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει την ικανότητα να αναγνωρίσει πότε ένα στοιχείο λειτουργεί θετικά και αξίζει να εξελιχθεί. Η τέχνη είναι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο ταλέντο και τη σκληρή δουλειά.
Τι σημαίνει για εσάς η σχέση ανθρώπου και φύσης στη σύγχρονη εποχή;
Πιστεύω ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη φύση. Στα πιο πρόσφατα έργα μου εντάσσω και αρχιτεκτονικά στοιχεία, δείχνοντας την ανθρώπινη παρέμβαση μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, η φύση παραμένει για εμένα η βασική πηγή έμπνευσης.

Πώς επιδιώκετε να μεταδώσετε το αίσθημα γαλήνης μέσα από τη ζωγραφική σας;
Δεν το επιδιώκω συνειδητά. Στα έργα μου συνυπάρχουν η ζωντάνια και η ηρεμία, δημιουργώντας μια φυσική αντίθεση. Αυτή η ισορροπία προκύπτει αυθόρμητα, χωρίς προγραμματισμό, όπως ακριβώς τη νιώθω.
Πώς ξεκινά συνήθως ένα έργο σας, από εικόνα, συναίσθημα ή ιδέα;
Ξεκινά κυρίως από τη μνήμη. Παρατηρώ εικόνες, τοπία και σκηνές της καθημερινότητας και, επιστρέφοντας στο εργαστήριο, δουλεύω χωρίς να έχω κάποιο πρότυπο μπροστά μου. Σπάνια χρησιμοποιώ φωτογραφίες και μόνο για μεμονωμένα στοιχεία, τα οποία μεταφέρω στον καμβά με τον δικό μου τρόπο.
Πόσο χώρο αφήνετε στον θεατή για προσωπικές αναγνώσεις των έργων σας;
Αφήνω απόλυτη ελευθερία. Ο κάθε θεατής μπορεί να ερμηνεύσει τα έργα μου σύμφωνα με τις δικές του εμπειρίες και συναισθήματα.
Τι θα θέλατε να «κρατήσει» κάποιος φεύγοντας από μια έκθεσή σας;
Θα ήθελα να έχει νιώσει τα έργα μου και να φύγει με ένα αίσθημα ενθουσιασμού και πληρότητας. Αυτό θεωρώ ως τον βασικό σκοπό μιας έκθεσης.
Για το παρόν και το μέλλον τι θα μας λέγατε;
Αυτή την περίοδο ετοιμάζω μια κοινή έκθεση με τον πατέρα μου στη Λευκωσία, με αφορμή την ανάληψη της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από την Κυπριακή Δημοκρατία. Όσον αφορά το μέλλον, συνεχίζω να εργάζομαι αδιάκοπα. Οι εκθέσεις δεν προγραμματίζονται πάντα, αλλά προκύπτουν μέσα από τη διαδρομή.
Υπάρχουν θεματικές ή μορφές που θα θέλατε να εξερευνήσετε στο μέλλον;
Δεν μπορώ να το προδιαγράψω. Τα τελευταία χρόνια επικεντρώνομαι κυρίως στους εξωτερικούς χώρους. Έχω δοκιμάσει και άλλες θεματικές, όπως νεκρές φύσεις και ανθρώπινες φιγούρες, όμως τα τοπία μου προσφέρουν τη μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης.
Πώς βλέπετε τον ρόλο της σύγχρονης κυπριακής ζωγραφικής σήμερα;
Υπάρχουν πάρα πολλοί αξιόλογοι Κύπριοι καλλιτέχνες, ιδιαίτερα νέοι. Το πρόβλημα είναι οι περιορισμένες επαφές και η έλλειψη ουσιαστικής αναγνώρισης. Η τέχνη στην Κύπρο παραμένει υποτιμημένη σε σύγκριση με το εξωτερικό. Πιστεύω ότι η δημιουργία θεσμών, όπως ένα Σχολείο Τέχνης, θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη και ανάδειξη της κυπριακής καλλιτεχνικής σκηνής.



































































