Η γελοιογραφία είναι ένα είδος μιας αλλιώτικης γλώσσας, ένας κρυφός ποταμός, αλλά ωστόσο ρέει γιατί αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο έκφρασης. Ανήκει στην κατηγορία των λεγόμενων γραφικών τεχνών και ως αυτοτελής τέχνη παρουσιάζεται κυρίως από το τέλος του 16ου αι.
Τα γελοιογραφικά είδη ήταν γνωστά από τους αρχαίους χρόνους. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. στην Αθήνα, ζούσε ο ζωγράφος Παύσων, ο οποίος κατά τον Αριστοτέλη παρίστανε τους ανθρώπους, όπως οι κωμικοί ποιητές, πολύ χειρότερους σε μια ρεαλιστική τάση παρωδίας και διακωμώδησης.
Με τον όρο γελοιογραφία νοείται κάθε ζωγραφική αναπαράσταση προσώπων ή καταστάσεων οποία εξετάζονται από κωμική σκοπιά. Ο σκιτσογράφος, μέσω της γελοιογραφίας στοχεύει κυρίως στη διακωμώδηση κάποιων προσώπων και καταστάσεων καθώς και στην κριτική των κακώς κειμένων.
Παράλληλα, ο γελοιογράφος χρησιμοποιώντας αντί του λόγου το σχέδιο προσπαθεί να παρουσιάσει από την κωμική τους πλευρά κοινωνικά γεγονότα από πολιτικές ή άλλες καταστάσεις. Αντίστοιχο είδος στη λογοτεχνία είναι η σάτιρα και η παρωδία, ιδιαίτερα η θεατρική επιθεώρηση.
Κατά κύριο λόγο, η γελοιογραφία είναι είτε πολιτική, είτε κοινωνική. Αφενός, η πρώτη διακωμωδεί πολιτικά πρόσωπα και στοχεύει κατά βάση στην πληροφόρηση του κοινού για τυχόν παραπλάνηση του από δημαγωγούς πολιτικούς για δικό τους όφελος. Αφετέρου, η κοινωνική γελοιογραφία κρίνει κοινωνικές καταστάσεις ή παρέκτροπα (μόδα, μιμητισμός, καταναλωτισμός, κτλ)
Για τους σκοπούς του μαθήματος της Ιστορίας μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η πολιτική γελοιογραφία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι κοινωνικές γελοιογραφίες στερούνται ιστορικού ενδιαφέροντος.
Αλλά, γιατί είναι αναγκαία η ένταξη της γελοιογραφίας στο μάθημα; Πρωτίστως, απευθύνεται σ’ ένα ευρύτερο κοινό και χρησιμοποιώντας ένα είδος «εικονικής» γλώσσας, μπορεί να γίνει κατανοητή και εύληπτη, προκαλώντας συνάμα την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Επιπλέον, η γελοιογραφία ως εικαστικό είδος έχει συγκεκριμένους κώδικες και, όπως όλα τα είδη τέχνης για την κατανόηση του νοήματος απαιτούνται ορισμένα «κλειδιά». Έτσι, οι μαθητές την αντιμετωπίζουν ως πεδίο προβληματισμού και αφορμή γνώσης. Συνεπώς, η αξιοποίησή της στη διδακτική πράξη εξάπτει και διεγείρει τη δημιουργία φαντασία των μαθητών. Επομένως, η παρουσία της γελοιογραφίας στο μάθημα ανάμεσα σ’άλλα, θα προκαλέσει το ενδιαφέρον των μαθητών για το πρόσωπο, κατάσταση, γεγονός, που αναφέρεται και θ΄ αποτελέσει κίνητρο για το μάθημα ή ακόμη και για προσωπική μελέτη. Θα δώσει ακόμη την ευκαιρία για προβληματισμό των μαθητών, αφού ό,τι καυστηριάζεται, διακωμωδείται ή γίνεται αντικείμενο κριτικής, σίγουρα αποτελεί το επίκεντρο ενδιαφέροντος, γι΄ αυτό, άλλωστε τράβηξε και την προσοχή του γελοιογράφου. Θα βοηθήσει ακόμη στη διεξαγωγή συζήτησης μεταξύ των μαθητών, π.χ. κατά πόσο ο γελοιογράφος έχει ή όχι δίκαιο να (κατά) κρίνει πρόσωπα και καταστάσεις. Οι μαθητές για υποστήριξη των θέσεων τους μπορούν να παρουσιάζουν επιχειρηματολογία, που θα στηρίζεται σε ιστορικές μαρτυρίες. Θα κατανοήσουν ακόμη ότι, στην ουσία, ο γελοιογράφος με το έργο του εκφέρει μια άποψη, όπως ακριβώς γίνεται με τον προφορικό ή το γραπτό λόγο κι ότι υπάρχει πιθανότητα να υπάρχει έντονο το στοιχείο του υποκειμενισμού. Θα βοηθήσουν τέλος, ν’ αντιληφθούν πράγματα (αίτια, αφορμές, κίνητρα, διαδικασίες κτλ), να εντοπίζουν το ουσιώδες και να το συγκροτούν στη μνήμη με τη βοήθεια της εικόνας.
Ως εκ τούτου, οι μαθητές, οι οποίοι καταπιάνονται με την παρατήρηση μιας γελοιογραφίας θα πρέπει να έχουν κατά νου τα εξής: να εντάξουν το σκίτσο στο χωροχρονικό του πλαίσιο . να αξιοποιήσουν τυχόν πληροφορίες οι οποίες συνοδεύουν τη γελοιογραφία . να εξετάσουν κριτικά και προσεκτικά κάθε σχέδιο που υπάρχει μέσα στη γελοιογραφία, προσδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στα αντικείμενα, να αναγνωριστούν τα πρόσωπα της γελοιογραφίας και να μελετηθεί η μεταξύ του στιχομυθία, να προσεχθεί η επιλογή των χρωμάτων του σκίτσου, καθώς είναι δηλωτική αυτού που επιθυμεί να στηλιτεύσει ο δημιουργός . να προσεχθεί αν η εξέλιξη των γεγονότων στη συνέχεια δικαίωσε τον καλλιτέχνη.
Εν κατακλείδι, η επιτυχής ή ανεπιτυχής σύλληψη μίας γελοιογραφίας κρίνεται βάσει του κατά πόσο ο σκιτσογράφος προσέγγισε και αφουγκράστηκε το πνεύμα της κοινωνίας. Το λεκτικό και συνάμα οξύ κριτικό πνεύμα του σκιτσογράφου τονίζουν τη δύναμη και την αξία της γελοιογραφίας. Ο γελοιογράφος, αν είναι επιτυχημένος μπορεί να δημιουργήσει οπτικά για επανάσταση, ένα ξεσηκωμό, να διεγείρει το πάθος του. άλλωστε, ο Γάλλος μυθιστοριογράφος και συγγραφέας Ανατολ Φρανς (1844-1924), ο οποίος χρησιμοποίησε την ειρωνεία ως μέθοδο, στα κείμενα του, είπε το εξής: «Πάντα προτιμούσα την τρέλα των παθών από τη σοφία της αδιαφορίας». Συνεπώς, αν δεν υπάρχει ενέργεια η οποία θα ξεσηκώσει τον ίδιο τον σκιτσογράφο και τα μηνύματα μιας γελοιογραφίας είναι αόριστα και ακατανόητα, τότε το έργο αποτυγχάνει να εκπληρώσει το σκοπό της δημιουργίας.
Δρ. Κατερίνα Τρύφωνος
Καθηγήτρια Φιλολογίας